Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Πριν πολλά χρόνια..

..ήμουν σε αυτή την κατάσταση, ουδετερότητας.
Δεν ήξερα τίποτα, μιλούσα με πολλούς, πολλοί ανησυχούσαν για 'μένα, δεν είχα στόχους, λέγανε.
Και ήταν καλοκαίρι και πήγα για μπάνιο με έναν φίλο μου, τον Α. 'Ετυχε και ήμασταν οι δυο μας, μάλλον δε θα μπορούσε άλλος από την παρέα. Και σαν σοβαρό παιδί που είναι με ρώτησε σε ποιά κατεύθυνση θα πήγαινα, ξεκινούσε η δευτέρα λυκείου, σε ποιά σχολή θα στόχευα. Του μίλησα ειλικρινά, ότι δεν με ένοιαζε, ότι θα περνούσα όπου θέλανε και αποφασίζανε οι γονείς μου. Και όταν θα τελείωνα τη σχολή θα ανέβαινα σε ένα βουνό να ζωγραφίζω.

''Και γιατί δεν πας στην καλών τεχνών;'', με ρωτάει. Και καθάρισαν όλα τα σύννεφα. Δεν θυμάμαι αν ήξερα καν για τη σχολή αυτή, επαρχεία ήμασταν, θα είχα ακούσει αλλά δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Μετά από λίγο ήρθαν οι δικοί μου να με πάρουν με το αμάξι. Άνοιξα τη πόρτα, μπήκα μέσα και τους ανακοίνωσα: θα πάω στην καλών τεχνών. Ένα χρόνο και δυο μήνες αργότερα είχα περάσει.

Προσπαθώ λοιπόν να φανταστώ τί θέλω να κάνω, όχι άμεσα, αργότερα, μήπως και έρθει πάλι η αναλαμπή. Τί σκατά θέλω να κάνω; Γιατί έχω βαλτώσει έτσι; Πάλι όλοι ανησυχούν με την αδράνειά μου, πάλι τίποτα δεν έχει νόημα, πάλι είμαι χαμένη και δεν ξέρω από πού είναι η έξοδος.

Δουλειά, ναι, θέλω να έχω τα δικά μου λεφτά. Ζωγραφική, ναι, την αγαπώ. Αλλά δεν ξέρω τί θέλω να κάνω. Πού είναι η καλή μου νεράιδα; Όχι να με μεταμορφώσει σε πριγκίπισσα (με δουλειά στη προκειμένη περίπτωση) αλλά να μου δείξει τί στα κομμάτια θέλω.


Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Titian

Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, ή μάλλον θυμήθηκα, διαβάζω ένα βιβλίο του φίλτατου Βολλάρ, ο εξής:

                photo by Picasso

 Picasso

Cezanne

 Renoir

Αυτός λοιπόν. Ήταν έμπορος έργων τέχνης, εξού και οι προσωπογραφίες του από όλους αυτούς. Έχει γράψει το λοιπόν, ένα βιβλίο για τον Renoir, και λέει ο Ρενουάρ, μπλαμπλαμπλα, για τον Τιτσιάνο. Και ακουστά τον είχα τον τύπο, έχει και ο δάσκαλος στο φροντιστήριο μία τεράστια αφίσα με μία Δανάη του 


αλλά δεν είχα δώσει ποτέ ιδιαίτερη σημασία. Και είπα λοιπόν να ξεσκονίσω κανένα βιβλίο, για τον κύριο Τισιανό. Και, όπως θα έχετε καταλάβει, έχω πάθει πλάκα. Ο τύπος είναι απίστευτος. Τέικ ε λουκ: 






Αν εξαιρέσεις τις θήκες για τα τσουτσούνια τους που ναι, είναι λίγο κάπως αστείο την σήμερον ημέραν, κατά τ' άλλα είναι απίστευτος, απίστευτος όμως. Και όλως τυχαίως έχει σήμερα το El Greco στο mega, και ο Τιτσιάνο ήταν ο δάσκαλός του. Και ενώ για Δομίνικο έχουν βάλλει αυτό το μαναράκι 



τον Τιτσιάνο τον κάνει ο Μουστάκας : )




Τρίτη 29 Μαρτίου 2011


Κουλουριασμένος στα στρωσίδια δεν τον χωρά το μυαλό του. Βρίσκει τον διακόπτη, ανάβει το μικρό φωτάκι. Ανακάθεται πανικόβλητος. Συνειδητοποιεί την εικόνα των γυμνών του ποδιών καθώς κρατάει το κεφάλι του μέσα στα δυο του χέρια. Ησυχάζει λίγο. Κοιτά πώς ξεπροβάλλουν σιωπηλά, έτοιμα να τον πάνε, αντίθετα με το μυαλό του που ροκανίζει σκέψεις, χωρίς να φαίνεται και χωρίς να τον πάει πουθενά. Και καταλαβαίνει ότι δεν τους δίνει ποτέ καμία συνειδητή σημασία. Ακούραστα και υπάκουα, φιλότιμα πόδια.

Η πρώτη σκέψη του λέει να πιει αλκοόλ πολύ και μετά να ξεχαστεί μέσα σε ένα όμορφο πρόσωπο, να το χαϊδέψει και μετά να χαϊδέψει τη μέση της, να δεχτεί στοργή. Δεύτερη σκέψη ότι έτσι μόνο αποφεύγει. Τον ίδιο.

Να πιαστεί αλλού. Οι φίλοι. Σιωπή. Οι καημένοι οι φίλοι, στέκουν πάντα εκεί, ευεργετικοί και σκληροί, τον κοιτάνε θλιμμένα, ακόμα και μέσα στον ενθουσιασμό τους. Ξέρουν πως δεν είναι ευτυχής. Ξέρει πως δεν είναι κι εκείνοι ευτυχείς. Ακόμα πιο θλιμμένα κοιτούν οι δικοί του. 

Πνίγεται μέσα στη μεγάλη εικόνα του εαυτού του, στον μικρόκοσμό του και κάνει σαματά, «σώστε με».

Φλερτάρει με οποιαδήποτε, είναι όλες ξένες και εξερευνήσιμες. Αν είναι καλές μαζί του, γλυκές και εγκάρδιες, δοτικές, του κάνουν ιδιαίτερο καλό. Θέλει μια όμορφη και δοτική να τον σώσει. Έλκεται από την πιο κοντινή. Πάντα ήταν όμορφη. Και δοτική, γι’ αυτό άλλωστε είναι και φίλη του.

Αγαπά μιαν άλλη, μακρινή. Αν είχε μία και μόνο μία νύχτα ζωής θα την περνούσε μόνο μαζί της, να την κρατά. Αλλά μόνο έτσι, μόνο αν σκεφτεί αρνητικά– αν ήταν η τελευταία νύχτα. Οι αρνητικές σκέψεις έχουν ταυτιστεί μαζί της.

Για την πρώτη μέρα, θα 'θελε μια άγνωστη ερωμένη, να τον καθαρίσει. Θα θέλει όμως κι αυτή αγάπη. Θα είναι ένα ζωάκι που χρειάζεται ανάσες για να ζεσταθεί. Και αυτός πνίγεταιι.

Δεν θα κοιμηθεί. Είναι ήδη πρωί. Φτιάχνει καφέ. Φοβάται τις ώρες που θα έρθουν, τις ώρες που το μυαλό του θα συνεχίσει να δουλεύει.

Γιατί το μυαλό είναι μυαλό, γιατί δεν είναι υπάκουο και φιλότιμο όπως τα πέλματά του;

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Πότισα..

..τις τουλίπες μου και το μπονζάι του Θ. Πάλι κοιμήθηκα λάθος ώρες, η συγκάτοικός μου σε λίγο θα γυρίσει από τη δουλειά, θα έχει δουλέψει οκτάωρο κι εγώ ξεκινάω τη μέρα μου.
Αλλά δούλευα σχεδόν όλο το βράδυ. Και θυμήθηκα πριν γίνω κοιμωμένη ότι φροντίζοντας το μικρό κήπο μέσα σου (αχ τι γλυκό και κοριτσίστικο!) ο έξω κόσμος είναι ευχάριστα, ενθουσιαστικά βιώσιμος.
Κάτι γίνεται. Μπορώ να κάνω ότι βάλλω στο μυαλό μου, ο κόσμος βαίνει καλώς, δεν παρασιτώ, δεν φυτοζωώ, έχω κάτι να πω. Ταυτίζομαι με τις τουλίπες και το κόκκινο (εν δυνάμει) μπονζάι και ανατσουτσουρώνω. Και ήλπιζα να έχω κάτι παραπάνω να προσθέσω. Αλλά μπα.

Αύριο θα σηκωθώ νωρίς, έχω ένα συστημένο, τρομάρα του, ποιός είναι;



Να και ο ατάλαντος.


''τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου
η αλήθεια -έτσι δε λένε;- είναι οδυνηρή
κι έχει ανάγκη να ξέρεις απ' το αίμα σου
έχει ανάγκη απ' τις λαβωματιές σου
απ' αυτές και μόνον θα περάσει - εάν περάσει
κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες
με το σφύριγμα του ανέμου και τα ξωτικά
και τις κόρες με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα.

Μπρος! Ανοίξου! Φύγε!
Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο
μες στους εξαγριωμένους βροντοσαύρους
κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου
να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας:
ι ι ι ι ι.

Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.''

Συγκλονιστήκατε, ε ε ε; Δε φταίω εγώ, λίγο η ημέρα ποίησης, λίγο το ότι το 'χω ρίξει στα βιβλία και στον Ο.Ε. Ανεχτείτε.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

αρχίζω...



..σιγά σιγά να ξεμεθάω.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Τους πάγωσα..

..τους ανθρώπους, τί την ήθελα εγώ τη διαχείριση, και σε τρεις πολυκατοικίες κι όλα, μου λέτε, τί; Δεν έφτασε το πετρέλαιο με τον παγετό που έκανε αυτές τις μέρες, το κάψαμε, λεφτά δεν είχα να βάλλω άλλο, μου χρωστάνε τα κέρατά τους. Μείναμε δύο βράδια χωρίς θέρμανση, τελικά σήκωσα δικά μου (εάν το καταλάβει ο κηδεμόνας μου την έχω κάτσει), έβαλα σήμερα πετρέλαιο και σαν να μην έφτανε αυτό ο ένας ο καυστήρας δεν παίρνει μπρος, τον παιδεύω εδώ και ώρες. Kαι πότε θα εκραγώ κι εγώ κι ολόκληρο το τετράγωνο δεν ξέρω..


Όλα τα' χα, αυτό μου 'λειπε, να στέλνω απειλητικά μηνύματα στους οφειλέτες, μπαρούφες, ''και με φέρνετε σε δύσκολη θέση κυρία Τάδε, και θα αναγκαστώ να κοινοποιήσω τη καθυστέρησή σας, και 1000 ευρώ είναι μεγάλο ποσό και έχω αφήσει απλήρωτους ένα σωρό ανθρώπους''..... Ουφ ..... Αφήστε με στην ησυχία μου, ενοχλάω κανένανα;;