Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Οδοντόβουρτσα

Πώς να δώσεις στο πασά σου την οδοντόβουρτσά σου όταν δεν έχεις; Αμ;
Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε ανάμεσα σε δύο σπίτια (κόμου-κότου), αποφάσισα να μη  πηγαινοφέρνω τα υπάρχοντά μου, τα ψιλομοίρασα, αλλά δεύτερη οδοντόβουρτσα δεν αξιώθηκα ακόμα να πάρω. Τη πάρκαρα στο ένα κατάλυμα και τη βγάζω έτσι. Μπιχλιάρικο. Κι αναρωτιέμαι. Μήπως αληθεύει η προφήτισσα η Μα'ι'τένα και όταν "επιτέλους" βρεις τον κάποιον, χαλαρώνεις και μένεις με μία οδοντόβουρτσα και ξυρίζεσαι μια στις τόσες, μμμμμ...

Έχω ένα καταπληκτικό τετραδιάκι, με περιμένει, μου τελειώνει το κόκκινο και ανυπομονώ. Κάθε φορά ορκίζομαι ότι το καινούριο θα έχει μόνο ''ουσία'' και όχι πια παράπονα: παράπονα από τη ζωή που είναι σκληρή, από τους άλλους και κυρίως από τον εαυτό μου. Άντε να δούμε μήπως είναι το τυχερό, το λονδρέζικο.

 Αγαπώ πολύ τους φίλους μου, χτες και σήμερα, πολύ. Όλους.

Ο παρακάτω ατάλαντος φωτογράφος είναι ο Αndrei Tarkovsky, χάλια φωτογραφίες, χάλια ταινίες, δε βλέπεται ο άνθρωπος..(αστειεύομαι οφ κορς)


Δεν έκανα τη δουλειά για την οποία ξενύχτησα, απεργίες μετρό και προαστιακός... Αλλά ήπια καφέ και κάναμε μακαρόνια στις 3.00+ κάτι, κάναμε δουλειές στο σπίτι...

Βλέπω πολύ άσχημα όνειρα. Καλό μου υποσυνείδητο δε σε βλέπω πολύ καλά. Προχτές ένα κουνέλι σιχαμένο τυλίχτηκε στο δεξί μου χέρι και με δάγκωσε με δόντια νυχτερίδας, ήταν αδύναμο αλλά κακό, ήθελα να το τινάξω από πάνω μου, είχε κολλήσει. Έπιασα με το αριστερό χέρι το σωματάκι του, λες και είχε βεντουζωθεί το άτιμο, τίποτα. Έπιασα το κεφαλάκι του, το πίεσα, ήταν μαλακό και εύθραυστο, το ένοιωσα να υποχωρεί, το σκότωσα και έπεσε. Είμαι κακή.

Σήμερα ήμουν στο νησί, σε ένα νησί αγνώριστο, μουντό και φθινοπωρινό, με ζητιάνους, σαν ταινία πολέμου. Γνώριζα όλους τους δρόμους και τα σημεία, κι ας ήταν εντελώς αλλοιωμένα. Μπήκαμε σε ένα ταξί, με τη μαμά και τη γιαγιά, προς το σπίτι. Ήταν ένας παρακμιακός ταξιτζής ο οποίος κοιτούσε χυδαία από το καθρεφτάκι του και μου μιλούσε. Εκείνες γελούσαν ενθαρρυντικά, έβρισκαν ότι ταιριάζουμε. Κατέβηκαν λίγο πριν το σπίτι, σα μονάδα. Έμεινα μόνη μου με αυτόν, ήμασταν έξω από το ταξί, ήταν αλλιώτικος τώρα, μεγάλος στην ηλικία, χοντρός με παχύ μουστάκι. Προσπαθούσε να με πείσει, το σκεφτόμουν. Πόσο ηλίθια είμαι. Σκέφτηκα τον Φερδινάνδο, αντέδρασα μέσα μου και ξύπνησα.


Δε ξέρω γιατί τα λέω όλα αυτά. Μάλλον γιατί μου φαίνομαι περίεργη, για να καταλάβω αν υπάρχει κάτι να καταλάβω πέρα από το ότι δε νοιώθω καλά με τον εαυτό μου, όσο εντάξει κι αν είναι όλα, σχετικά.



                    Καλημέρα, μέρα εποικοδομητική, γουόνα μπι*

4 σχόλια:

  1. αμ, μόνο η πρώτη φωτογραφία είναι του Αντρέι**

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πάντα μου άρεσαν τα όνειρά σου,
    τα βρίσκω τρομαχτικά και άξια λόγου,
    σαν ταινιάκια ολομόναχα, απορώ που βρίσκεις τόση ενύπνια φαντασία.

    πονεμένα πατούνια, μπρόουκεν χαρτ, σε ασπάζομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. καλό μου, καλό μου, καλό μου*

    δε κοιμάμαι, φτιάχνουμε μακέτα με το Τεό, είναι πολύ ωραία, Λόρκα*

    Καλημέρα*

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δε ξέρω γιατί τα λέω όλα αυτά. Μάλλον γιατί μου φαίνομαι περίεργη, για να καταλάβω αν υπάρχει κάτι να καταλάβω πέρα από το ότι δε νοιώθω καλά με τον εαυτό μου, όσο εντάξει κι αν είναι όλα, σχετικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή